δερκευνής

δερκευνής, ές,
A sleeping with the eyes open, Nic.Al.67.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δερκευνής — δερκευνής, ές (Α) αυτός που κοιμάται με ανοιχτά μάτια (για τον λαγό). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. δερκ τού δέρκομαι + ευνή «κρεβάτι, στρώμα»] …   Dictionary of Greek

  • δερκευνέος — δερκευνής sleeping with the eyes open masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.